Απριλίου 15, 2015

Μύθος η παγκοσμιοποίηση;



Η σημερινή αναδημοσίευση αποτελεί απόσπασμα του άρθρου του Τάκη Φωτόπουλου με τίτλο "Η ανάγκη για ένα ριζοσπαστικό κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης" που δημοσιεύθηκε στο τεύχος 37 του περιοδικού ΟΥΤΟΠΙΑ το Δεκέμβρη του 1999


Για ν’ απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει προηγούμενα να εξετάσουμε το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, διάφοροι «αριστεροί» που παίζουν τον ρόλο της αντιπολίτευσης στον Τρίτο Δρόμο των σοσιαλφιλελευθέρων, υποστηρίζουν ότι η παγκοσμιοποίηση είναι πολύ περιορισμένη αν δεν είναι ανύπαρκτη, ενώ άλλοι μιλούν για «ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις» που επέβαλλαν την «κακή» νεοφιλελεύθερη πολιτική.Το επιχείρημα που συνήθως χρησιμοποιούν οι υποστηρικτές των απόψεων αυτών είναι ότι η παγκοσμιοποίηση, με την έννοια της διεθνοποίησης της ίδιας της παραγωγής, είναι σήμερα πολύ περιορισμένη. Πράγμα που είναι σωστό, με τη προϋπόθεση ότι θα δώσουμε στη παγκοσμιοποίηση την έννοια ότι οι μονάδες παραγωγής μετατρέπονται σε ακρατικά σώματα που λειτουργούν σ’έναν χώρο χωρίς σύνορα, όπου οι δραστηριότητές τους δεν έχουν ως πρωταρχικό στόχο τη χώρα που αποτελεί την εθνική τους βάση αλλά αποτελούν τμήμα ενός ενοποιημένου καταμερισμού εργασίας ο οποίος εξαπλώνεται σε πολλές χώρες. Όμως υπάρχει μια στενότερη έννοια, αυτό που ονομάζω διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς, που αφορά την διεθνοποίηση των αγορών κεφαλαίου και εμπορευμάτων και η οποία είναι πράγματι ένα νέο οικονομικό φαινόμενο, με σημαντικές επιπτώσεις στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο.

Όπως προσπάθησα να δείξω στο βιβλίο μου «Η Περιεκτική Δημοκρατία», η σημερινή διεθνοποίηση είναι πρωτόγνωρη, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Ποσοτικά, διότι ποτέ άλλοτε στην Ιστορία το άνοιγμα των μητροπολιτικών οικονομιών της αγοράς σε σχέση με το εμπόριο δεν ήταν τόσο σημαντικό. Ο κύριος δείκτης της διεθνοποίησης της οικονομίας, δηλ. το άνοιγμα της προς το εμπόριο, παρά τους μύθους των σοσιαλδημοκρατών οικονομολόγων είναι σήμερα υψηλότερος παρά ποτέ. Έτσι, οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία, στις οποίες αναλογεί το 43% της παγκόσμιας παραγωγής, έχουν κατά μέσο όρο ένα αντίστοιχο δείκτη ανοίγματος προς το εμπόριο, που είναι σχεδόν 40% υψηλότερος από αυτόν του 1913 ―το έτος ακμής στο παρελθόν. Ποιοτικά, όπως παραδέχεται και η τελευταία Έκθεση του ΟΗΕ για την Ανθρώπινη Ανάπτυξη, πρώτη φορά οι αγορές συναλλάγματος και κεφαλαίου έχουν ανοιχθεί σε τέτοιο βαθμό, υπό την αιγίδα της Διεθνούς Οργάνωσης Εμπορίου και πλειάδας πολυμερών συμφωνιών που εξασφαλίζουν τη σύνδεση των αγορών σε ένα παγκόσμιο δίκτυο όπου ανταλλάσσονται 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα. Και φυσικά είναι αστεία τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί η «αριστερή» αντιπολίτευση στον Τρίτο Δρόμο ότι η παγκοσμιοποίηση αποτελεί «αστικό ιδεολόγημα» ή «χίμαιρα» με στόχο να πληγεί το κράτος-έθνος από τους νεοφιλελεύθερους. Πράγμα που σημαίνει ότι η απάντηση στη διεθνοποίηση μπορεί να δοθεί μέσα στο ίδιο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς, είτε με την εκλογή των συνεπών σοσιαλδημοκρατών τύπου Λαφοντέν (Oskar Lafontaine) στη κυβέρνηση, είτε με την εισαγωγή διάφορων κοινωνικών μορφών οικονομίας στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο με τη μορφή μεταρρυθμίσεων που θα το «κοινωνικοποιήσουν», δηλ. θα δημιουργήσουν αποτελεσματικούς κοινωνικούς έλεγχους της οικονομίας της αγοράς.

Οι δυο θεμελιακές τάσεις που χαρακτηρίζουν το οικονομικό σύστημα που εγκαθιδρύθηκε στη Βιομηχανική Επανάσταση είναι η τάση της αγοραιοποίησης δηλαδή η προσπάθεια από μέρους των οικονομικών ελίτ που ελέγχουν την οικονομική διαδικασία για την ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων πάνω στην αγορά με στόχο την προστασία της εργασίας και του περιβάλλοντος (σε αντίθεση με τους ρυθμιστικούς έλεγχους που είναι απαραίτητοι) και η τάση συνεχούς ανάπτυξης. Και οι δυο αυτές τάσεις είναι απόρροια της ανάγκης συνεχούς βελτίωσης της οικονομικής αποτελεσματικότητας που επιβάλλει η δυναμική της οικονομίας της αγοράς. Η πρώτη τάση ιστορικά οδήγησε σε τρεις κύριες ιστορικές φάσεις: τη φιλελεύθερη φάση, στα μέσα του περασμένου αιώνα, η οποία, μετά από μια μεταβατική περίοδο προστατευτισμού στον μεσοπόλεμο οδήγησε στην κρατικιστική φάση (μέσα δεκαετίας 1930-μεσα δεκαετίας 1970) και, τέλος, στη σημερινή νεοφιλελεύθερη φάση. Η δεύτερη τάση ήταν καθοριστική στον σχηματισμό της σημερινής οικονομίας ανάπτυξης. Το σωρευτικό αποτέλεσμα των δυο αυτών τάσεων ήταν η δημιουργία της σημερινής διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς όπου η ανάπτυξη δεν στηρίζεται βασικά στην εσωτερική αγορά αλλά στην παγκόσμια αγορά, πράγμα που προϋποθέτει το άνοιγμα και την απορύθμιση των αγορών.

Η μεταπολεμική διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς ενθαρρύνθηκε ενεργά από τις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, ιδιαίτερα ενόψει της επέκτασης του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων στον Τρίτο Κόσμο. Παρόλα αυτά, η διεθνοποίηση αποτελούσε κατά βάση προϊόν «αντικειμενικών» παραγόντων που αναφερόντουσαν στη δυναμική της οικονομίας της αγοράς και, συγκεκριμένα, στην επέκταση της δραστηριότητας των πολυεθνικών επιχειρήσεων και την παράλληλη ανάπτυξη της αγοράς του Ευρωδολαρίου. Κατά συνέπεια, οι θεσμικές διευθετήσεις που υιοθετήθηκαν στη μεταπολεμική περίοδο για την απελευθέρωση των αγορών εμπορευμάτων και κεφαλαίου περισσότερο θεσμοποίησαν μια υφιστάμενη κατάσταση παρά δημιούργησαν τη διεθνοποιημένη οικονομία της αγοράς. Ήταν, δηλαδή, η δυναμική «ανάπτυξη ή θάνατος» της οικονομίας της αγοράς που οδήγησε στη σημερινή διεθνοποίηση, η οποία στη συνέχεια θεσμοποιήθηκε:

  • σε πλανητικό επίπεδο (γύροι της GATT για τη μείωση των δασμών),
  • σε περιφερειακό διεθνικό επίπεδο (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθερών Συναλλαγών (EΖΕΣ) και
  • σε εθνικό επίπεδο (κατάργηση των ελέγχων συναλλάγματος και κεφαλαίου στις Η.Π.Α. και τη Βρετανία στη δεκαετία του 1970 κ.τ.λ.).


Δεν υπάρχουν σχόλια: